Η γονεϊκότητα αλλάζει διαρκώς μαζί με το παιδί και συχνά φέρνει τους γονείς αντιμέτωπους με ερωτήματα για τα οποία δεν υπάρχουν εύκολες ή έτοιμες απαντήσεις.
Δυσκολίες στη συμπεριφορά του παιδιού, έντονες αντιδράσεις, φόβοι, άγχος, ζητήματα ορίων ή αλλαγές στη σχολική και κοινωνική του ζωή μπορεί να δημιουργήσουν ανησυχία και αβεβαιότητα. Παράλληλα, οι ίδιοι οι γονείς μπορεί να διαφωνούν μεταξύ τους για τον τρόπο αντιμετώπισης μιας κατάστασης, να αισθάνονται ότι δεν μοιράζονται εξίσου τις ευθύνες ή να δυσκολεύονται να διατηρήσουν μια κοινή στάση απέναντι στο παιδί.
Κάθε αναπτυξιακή περίοδος φέρνει διαφορετικές προκλήσεις. Η έναρξη του παιδικού σταθμού ή του σχολείου, η εφηβεία, η αυξανόμενη ανάγκη για αυτονομία ή η αποχώρηση ενός μεγαλύτερου παιδιού από το σπίτι απαιτούν συχνά από τους γονείς να επαναπροσδιορίσουν τον ρόλο τους.
Το ίδιο συμβαίνει όταν η οικογένεια περνά μια σημαντική αλλαγή, όπως ένα διαζύγιο, μια απώλεια, μια ασθένεια, μια επαγγελματική ή οικονομική δυσκολία.
Τα όρια που λειτουργούσαν σε μια ηλικία μπορεί να χρειάζονται αναπροσαρμογή στην επόμενη. Αυτό απαιτεί ταυτόχρονα σταθερότητα και ευελιξία — κάτι που δεν είναι πάντα εύκολο όταν οι γονείς βρίσκονται ήδη υπό πίεση.
Η συμβουλευτική γονέων προσφέρει έναν χώρο όπου αυτές οι δυσκολίες μπορούν να κατανοηθούν μέσα στο πλαίσιο της συγκεκριμένης οικογένειας και της φάσης ζωής που διανύει.
Από τη συστημική οπτική, μια δυσκολία του παιδιού δεν εξετάζεται απομονωμένα από το περιβάλλον και τις σχέσεις μέσα στις οποίες εμφανίζεται.
Μας ενδιαφέρει να κατανοήσουμε τι συμβαίνει ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας: πώς αντιδρούν οι γονείς στη συμπεριφορά του παιδιού, πώς ανταποκρίνεται εκείνο στις αντιδράσεις τους και πώς μπορεί σταδιακά να δημιουργείται ένας κύκλος που συντηρεί τη δυσκολία.
Παράλληλα εξετάζουμε τις διαφορετικές αντιλήψεις των δύο γονέων γύρω από την ανατροφή, τα όρια και την πειθαρχία, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι δικές τους εμπειρίες από την οικογένεια όπου μεγάλωσαν επηρεάζουν τον τρόπο που γίνονται σήμερα γονείς.
Στόχος δεν είναι να εντοπιστεί ποιος «κάνει λάθος», αλλά να δημιουργηθεί μεγαλύτερη κατανόηση και περισσότερες επιλογές στον τρόπο με τον οποίο η οικογένεια ανταποκρίνεται στις δυσκολίες.
Η συμβουλευτική γονέων δεν αφορά μόνο τη συμπεριφορά του παιδιού. Δίνει χώρο και στην εμπειρία του ίδιου του γονέα.
Ενοχή, θυμός, φόβος, εξάντληση ή η αίσθηση ότι «δεν ξέρω πια τι είναι σωστό να κάνω» είναι συχνά μέρος της γονεϊκότητας και μπορούν να συζητηθούν χωρίς κριτική.
Μέσα από τη συμβουλευτική, οι γονείς μπορούν να κατανοήσουν καλύτερα τις ανάγκες του παιδιού αλλά και τις δικές τους αντιδράσεις, να αποκτήσουν μεγαλύτερη σαφήνεια στα όρια και στον γονεϊκό τους ρόλο και να ενισχύσουν τη σχέση και την επικοινωνία μέσα στην οικογένεια.